επικεύθω

ἐπικεύθω (Α)
(πάντ. με άρν.) κρύβω, κρατώ μυστικό («τῷ τοι... ἐρέω ἔπος, ούδ’ ἐπικεύσω», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + κεύθω «καλύπτω, αποκρύπτω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπικεύσω — ἐπικεύθω conceal aor subj act 1st sg ἐπικεύθω conceal fut ind act 1st sg ἐπικεύθω conceal aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίκευθε — ἐπικεύθω conceal pres imperat act 2nd sg ἐπικεύθω conceal imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικεῦσαι — ἐπικεύθω conceal aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικεύσῃς — ἐπικεύθω conceal aor subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεύθω — (Α) (ποιητ. ρ.) 1. (κυρίως για τάφο) καλύπτω εντελώς, κατακαλύπτω, κρύβω μέσα («ὅv οὐδὲ κατθανόντα γαῑα κεύθει», Αισχύλ.) 2. (στον παρακμ.) κέκευθα περιέχω, περιλαμβάνω («ὅσα τε πτόλις ἥδε κέκευθε», Ομ. Ιλ.) 3. έχω κάτι κρυμμένο, κρατώ κάτι κρυφό …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.